εθελοτυφλώ

εθελοτυφλώ
προσποιούμαι ότι δε βλέπω, κάνω τα στραβά μάτια: Ο χωροφύλακας εθελοτυφλεί και δεν πιάνει τον κουλουροπώλη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • εθελοτυφλώ — βλ. πίν. 73 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εθελοτυφλώ — ( όω) προσποιούμαι ότι δεν βλέπω, κάνω τα στραβά μάτια …   Dictionary of Greek

  • θέλω — (AM θέλω και ἐθέλω) 1. έχω την επιθυμία ή την ανάγκη ή την πρόθεση να κάνω κάτι ή να πω κάτι, επιθυμώ (α. «θέλω να φάω» β. «εἰ σύ γε σῷ θυμῷ ἐθέλεις», Ομ. Ιλ.) 2. επιθυμώ πολύ, επιζητώ (α. «θέλει να προκόψει» β. «πάντ ἐθέλω δόμεναι», Ομ. Ιλ.) 3.… …   Dictionary of Greek

  • τυφλώττω — ΝΑ είμαι τυφλός νεοελλ. μτφ. εθελοτυφλώ, κάνω τα στραβά μάτια αρχ. (για γραφή) είμαι δυσανάγνωστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τυφλός + επίθημα ώττω, δηλωτικό ασθενείας (πρβλ. ἀμβλυ ώττω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”